Σάββατο, Μαΐου 14, 2016

Έλληνες λογοτέχνες: Απ' τον εθνισμό στον εθνικισμό

Τον 16ο αι. δεν υπήρχαν ήδη καλές σχέσεις με τη δύση λόγω θρησκευτικών υποψιών. Έπειτα, όμως, η κατάσταση άλλαξε ριζικά λόγω της κατάληψης της Ελλάδας απ' τους Οθωμανούς. Τότε οι Έλληνες έβλεπαν στους Οθωμανούς αυτούς που τους σκλάβωναν και περίμεναν από τους δυτικούς την ελευθερία. Την εποχή του διαφωτισμού και ως τον 19ο αι. η Ευρώπη για τους Έλληνες είχε την εικόνα της σοφής – πεφωτισμένης ηπείρου και η εμπλοκή του Κοραή σε αυτό ήταν καταλυτική. Αυτή η στροφή προς τη δύση συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ύστερα, όμως, άρχισε να προβάλλεται η άποψη ότι ο ελληνισμός είχε ανώτερη συμβολή στην ανθρωπότητα. Απ' το 1830 άρχισε να συντελείται τούτη η αλλαγή, η εστίαση, δηλαδή, στα θετικά της δικής μας κουλτούρας. 

Η βυζαντινή περίοδος αγνοήθηκε για όσους στρέφονταν προς την Ευρώπη, διότι αντιμετωπιζόταν ως βάρβαρη/ανατολική. Ωστόσο, όμως, όταν το Βυζάντιο έγινε απαραίτητο στην οικοδόμηση, όχι μόνο κουλτούρας αλλά και φυλετικής συνέχειας του ελληνισμού, δεν μπορούσε πλέον να σχετίζεται με την Ανατολή. 

Δημοτικιστές όπως ο Ψυχάρης, ο Εφταλιώτης, ο Βλαστός και ο Δραγούμης, έδειξαν το αντιδυτικό τους πνεύμα, καθώς θεωρούσαν ότι το Βυζάντιο ήταν πηγή της δημοτικής γλώσσας και βάση της μοντέρνας Ελλάδας. Γύρω απ' αυτούς σχηματίστηκε ο εθνοκεντρισμός. Αντίθετα, άλλοι δημοτικιστές, όπως ο Καμπύσης και ο Παλαμάς, δεν ασπάζονταν αυτόν τον εθνοκεντρισμό. Έτσι, διαμάχες ξέσπασαν κατά το 1900 ανάμεσα σε όσους άνηκαν στον κύκλο του ελληνοκεντρισμού και στους ευρωπαϊστές, μέσα στην ίδια σχολή, αυτή του δημοτικισμού. Αυτό, λοιπόν, που απασχολούσε τους λογοτέχνες και τους κριτικούς εκείνης της περιόδου στην λογοτεχνία, ήταν το θέμα της ελληνικότητας ενός έργου και η επαφή της εθνικής λογοτεχνίας με τις ξένες. 

Έτσι, τα ρεύματα που απασχόλησαν και δίχασαν τους ανθρώπους των γραμμάτων αυτής της περιόδου, ήταν ο ιψενογερμανισμός, ο συμβολισμός και ο παρνασσισμός. Το ρεύμα του ιψενογερμανισμού αναφερόταν κυρίως στα έργα του Ίψεν και του Νίτσε και δευτερευόντως σε αυτά του Χαϊνε. Βιζυηνός, Παλαμάς και Γνευτός τάσσονταν υπέρ του ιψενογερμανισμού και ειδικά του Χάϊνε, καθώς υποστήριζαν ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν καλά πρότυπα για τους μοντέρνους Έλληνες συγγραφείς. Ψυχάρης και Εφταλιώτης έβλεπαν την απειλή για τη ρωμέϊκή τέχνη σε αυτήν τη δυτική στροφή, αφού πλέον οι Έλληνες συγγραφείς θα ασχολούνταν με θέματα φιλοσοφικά και όχι με θέματα που περιστοιχίζουν την καθημερινότητα. Ο Γιαννόπουλος, ξεκάθαρος στις απόψεις του, απέρριψε κάθε επιρροή δηλώνοντας πως η λογοτεχνία πρέπει να μένει ανέπαφη από ξένες επιδράσεις, διότι ρόλος της είναι η στράτευσή της για καθαρά εθνικούς σκοπούς.

Ο Εφταλιώτης υπήρξε και κατά του ρεύματος του συμβολισμού, το οποίο δέχτηκε γενικότερα σφοδρές επιθέσεις, καθώς θεωρούνταν μια χλιδάτη λογοτεχνία, κατάλληλη για τη Γαλλία, από όπου και είναι και η προέλευσή της, αλλά ακατάλληλη για την Ελλάδα που δεν είχε θεμελιώσει ακόμα εθνικό λογοτεχνικό παρελθόν. Τέτοια κινήματα, πίστευαν, θα μπορούσαν να σταματήσουν τη λογοτεχνική της ανάπτυξη. Γενικότερα, ο Εφταλιώτης τάχθηκε κατά των γερμανικών και γαλλικών επιδράσεων, με την κατηγορία ότι αλλοιώνουν την εθνική ταυτότητα στη λογοτεχνία. Ο Παλαμάς, ενώ αρχικά στράφηκε υπέρ του παρνασσισμού, έπειτα εστίασε στον ελληνικό χαρακτήρα και διχάστηκε ως προς το τι να ακολουθήσει. Τελικά, όταν αρχίζει η μεγάλη του αναγνώριση, καταλήγει προς την πατριδολατρία.

Τα έργα που ήταν ευρέως διαδεδομένα εκείνη την περίοδο, ήταν τα "αυθεντικά", αυτά που διέθεταν ντόπιο χαρακτήρα, όπως τα έργα του Κρυστάλλη και του Παπαδιαμάντη, καθώς επικρατούσε η άποψη πως η αληθοφάνεια στη λογοτεχνία πρέπει να είναι προϊόν εμπειρίας του συγγραφέα. Γι αυτό, άλλωστε, η Εστία το 1883 προκήρυξε διαγωνισμό για τη συγγραφή διηγήματος, το οποίο θα έπρεπε να διαθέτει καθαρά ελληνικό χαρακτήρα, να περιγράφει σκηνές απ' την ελληνική πραγματικότητα και από κάθε περίοδο της ελληνικής ιστορίας, αποσκοπώντας, βέβαια, έμμεσα στην εμβάθυνση μιας ιδεολογικής αντίθεσης στη πεζογραφία: αυτή της εθνοκεντρικής και κοσμοπολίτικης τάσης στην ελληνική κοινωνία, μια αντίθεση που κυριαρχούσε ως μείζον πρόβλημα.

Κάτω απ' την ιδιαιτερότητα των γεωκλιματικών συνθηκών αναπτύχθηκε η θεωρία των περιστάσεων, μια θεωρία που υποστηρίχτηκε ιδιαίτερα απ' τους εθνοκεντρικούς. Η θεωρία αυτή που αναπτύχθηκε απ' τον Paine, στηριζόταν σε τρεις ντετερμινιστικούς παράγοντες: φύση, περιβάλλον και στιγμή. Αυτή τη θεωρία ασπάζονταν οι οπαδοί της καθαρεύουσας και ο Σεφέρης. Αρχικά, αίμα και φυλή αναπτύχθηκαν απ' την αστική τάξη ως σύμβολα αριστοκρατίας. Όταν τον 20ο αι. αυτή η αστική τάξη άρχισε να συνδέεται με το έθνος και το κράτος, τα παραπάνω σύμβολα μεταπήδησαν απ' την αριστοκρατία στο έθνος. Έτσι έγινε η επαφή του εθνισμού με τον εθνικισμό, ο οποίος βρήκε θερμούς υποστηρικτές τον Βλαστό και τον Δραγούμη. Ο Βλαστός πίστευε στην Αρία Φυλή, απέρριπτε τον χριστιανισμό, τον σοσιαλισμό και τις γαλλικές ιδέες για ελευθερία, ενώ ο Δραγούμης υποστήριζε την ανισότητα των φύλων και έκανε διάκριση σε ανώτερο και κατώτερο πολιτισμό μεταξύ των λαών. Μπορούμε να κάνουμε λόγο για λογοτεχνία και εθνικισμό, λοιπόν. 

* Σχετικά με το θέμα, προτείνονται μελέτες του Δημήτρη Τζιόβα.

Μπορεί να σας ενδιαφέρει:
Τα πολιτισμικά κέντρα πριν το '21: Φαναριώτες, Επτάνησα, Διασπορά


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου



Η φωτογραφία μου
Θεσσαλονίκη
Φιλόλογος και Υποψήφια Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών (ΑΠΘ). Ερευνητικά ενδιαφέροντα: γλώσσα, πολιτική και εξουσία, σεξιστικός λόγος, μελέτη του φύλου, πολιτικές γυναικείας χειραφέτησης, κοινωνική φιλοσοφία και κοινωνικά κινήματα. Παράλληλα με τη διδασκαλία και την έρευνα, επιμελούμαι βιβλία. Mπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου μέσω της παρακάτω φόρμας, τοποθετώντας τα στοιχεία σας. Τα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.

Φόρμα επικοινωνίας:

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *