Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2020

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτός ο άγνωστος

Είναι ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων, με τη χαρακτηριστική γραφή και γλώσσα, και με καταγωγή από τη Σκιάθο. Στο σχολείο όλοι ήρθαμε σε επαφή με κάποια από τα έργα του -οι υποψήφιοι της θεωρητικής κατεύθυνσης εξαντλήσαμε τις αναλύσεις για το «Όνειρο στο κύμα»- ενώ το πιο γνωστό του είναι μάλλον η αριστουργηματική «Φόνισσα». Δεν πρόκειται μόνο για διηγηματογράφο, αλλά για ψυχογράφο που συχνά έχει συγκριθεί με τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι, ενώ με τον Βιζυηνό και τον Καρκαβίτσα αποτελούν την κορυφαία τριάδα των Ελλήνων διηγηματογράφων. Τι παραπάνω γνωρίζουμε όμως για τον ίδιο και τη ζωή του;

-Ιδιόρρυθμος και ολιγαρκής. Οι σύγχρονοί του τον περιγράφουν ως ατημέλητο όσον αφορά την εμφάνιση και την αποδίδουν μεν στη φτώχεια του αλλά και στον χαρακτήρα του. Απεχθανόταν τα κομψά ενδύματα και τα περιποιημένα μαλλιά της εποχής του τα οποία και χαρακτήριζε «μασκαραλήκια». Ο ίδιος κυκλοφορούσε έξω «με το τετριμμένον και ξεθωριασμένον επανωφόριον, με τα διπλά καταρακωμένα πανταλόνια (...) με τα άφθονα μαύρα ακτένιστα μαλλιά, με τον πλατύγυρον λερωμένον ημίψηλον, με τα πυκνά ακαλλίτεχνα γένεια...». Ακόμα και την περίοδο που κέρδιζε αρκετά χρήματα από το μεταφραστικό του έργο, προτιμούσε να ζει στην απλότητα και την αφάνεια - παραθέτουμε και ένα σχετικό στιγμιότυπο της ζωής του:

«Μίαν ημέραν ο κ. Σίμων Αποστολίδης, και ο κ. Ανδρέας Συγγρός συνωμίλουν καθ’ οδόν, οπότε διερχόμενος ο συγγραφεύς των Ειδυλλίων, πάντοτε ρακένδυτος και ιδιότροπος, εχαιρέτισε τον κ. Αποστολίδην. Ο μέγας τραπεζίτης διακόψας την συνομιλίαν του προσέθεσεν επί τη ευκαιρία του χαιρετισμού του συγγραφέως.

-Για δέτενε εδώ εις την Ελλάδα ως και οι επαίται, mon cher, φέρνουνε μπαστούνα. Έκπληκτος ο Αποστολίδης απαντά.

-Τι λέγεις, κυρ Ανδρέα; αυτός είνε ο καλλίτερος διηγηματογράφος μας.

-Ποιος; Πώς τον λέτε;

-Παπαδιαμάντην.

-Και είνε έτσι σαν διακονιάρης! απήντησε έτι εκπληκτότερος αυτήν την φορά ο κ. Συγγρός».

-Δεν διαβαζόταν ιδιαίτερα στην εποχή του. Όταν ο Παρνασσός αφιέρωσε εικοσιπενταετηρίδα στον Παπαδιαμάντη, έδωσε το παρών κόσμος της ανώτερης τάξης, αν και τον αγνοούσε. Φεύγοντας, μάλιστα, οι περισσότεροι ρωτούσαν: «Μα έχει τόσην αξίαν αυτός ο άνθρωπος;». Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι το πλούσιο έργο του δεν ήταν συγκεντρωμένο σε κάποιο βιβλίο, στο οποίο μπορούσε κανείς να παραπέμψει, αλλά ήταν διασκορπισμένο σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Επίσης, μπορούμε να το αποδώσουμε στο ότι ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός. Δεν ήταν η ψυχή των φιλολογικών σαλονιών και των κοινωνικών συναναστροφών, έβγαινε μόνος για φαγητό σε ένα μικρό ξενοδοχείο στου Ψυρρή, όπως και για να πιει τον καφέ του σε ένα καφενείο στο Μοναστηράκι. Ως εκ τούτου δεν είχε και πολλούς φίλους, παρά μόνο τον συντοπίτη του και διηγηματογράφο Α. Μωραϊτίδη και τον λογοτέχνη Α. Καρκαβίτσα. Όπως έλεγε ο ίδιος σύμφωνα με τον Σκίπη: «Η μοναξιά είναι η δροσιά της ψυχής».

-Η άποψή του για τη λογοτεχνική παραγωγή της χώρας. Εκτιμούσε περισσότερο τον Βαλαωρίτη από τον Σολωμό γιατί «έβλεπε» στον πρώτο ένα έργο καθαρά εθνικό που θεωρούσε ότι έλειπε από τον δεύτερο – εξάλλου και ο ίδιος σε αυτό είχε αφιερωθεί με έναν διαφορετικό τρόπο, καθώς τα διηγήματά του θεωρούνται η αποτύπωση της ελληνικής φύσης και ψυχής. Τον Ροϊδη τον θεωρούσε πνευματώδη αλλά ξεπερασμένο. Αναγνώριζε τον Ψυχάρη ως καλό ποιητή αλλά κατέκρινε την «ψύχωσή» του με τη δημοτική. Για τον Ξενόπουλο έλεγε ότι είναι... «καλούτσικος», γιατί αν και έχει καλή γραφή, δεν καταπιάνεται με τα «πρέποντα» θέματα. Τον Παλαμά τον έβρισκε πολυμαθή και καλό ως κριτικό αλλά στρυφνό και απαιτητικό!

-Όχι Παπαδιαμάντης αλλά Μοσχοβάκης. Ο πατέρας του διηγηματογράφου ήταν παπάς και λεγόταν Διαμαντής. Είχε δώσει, λοιπόν, αυτό το επίθετο στα παιδιά του και έτσι το οικογενειακό «Μοσχοβάκης» ξεχάστηκε (για τα ψευδώνυμα και τα πραγματικά ονόματα λογοτεχνών, δες εδώ). Ο Παπαδιαμάντης δεν ανήκε απλώς σε μια ιερατική οικογένεια, αλλά είχε τέτοιες ρίζες, καθώς όλοι ήταν από πάππου προς πάππον ιερείς. Ως εκ τούτου και ο ίδιος ήταν βαθιά θρησκευόμενος και ζούσε τη ζωή του σύμφωνα με τα χριστιανικά ιδεώδη. Ο Σωτήρης Σκίπης μεταφέρει σχετικά μια ανάμνησή του. Ως δημιουργός του περιοδικού «Ακρίτας» είχε δεχθεί «πόλεμο» γιατί το περιοδικό θεωρούταν «μαλλιαρό». Εκνευρισμένος κάποτε με το σχόλιο ενός συνδρομητή, έγραψε στο περιοδικό ένα εκρηκτικό άρθρο. Ο Παπαδιαμαντης το διάβασε και το ίδιο βράδυ τον βρήκε και του εξέφρασε έντονα την αγανάκτησή του. Ύστερα από λίγο όμως γύρισε πίσω πάλι και του ζήτησε να τον συγχωρέσει. Όπως γράφει ο ίδιος: «Και δε θάφευγε αν δεν άκουγε απ’ το στόμα μου τη λέξη: “Σε συχωρώ!”. Κι ύστερ’ από καιρό κατάλαβα τη χριστιανική σημασία που έδινε, ο αξέχαστος, στη συγνώμη». Aκόμα όμως και η φυσιογνωμία του παραπέμπει σε κάτι βυζαντινό και εκπέμπει ταπεινοφροσύνη, καθώς το χαρακτηριστικό του ήταν να γέρνει ελαφρά το κεφάλι προς τα κάτω και να έχει τα χέρια του σταυρωμένα. Φυσικά και το έργο του δεν θα μπορούσε να μην είναι ανάλογο. Ο Παλαμάς το χαρακτήρισε μεταξύ άλλων «εκκλησιαστικό και κοσμικό, βυζαντινό και ανθρώπινο», ενώ ο Σκίπης τον είχε αποκαλέσει «χριστιανικό Σαιξπήρο»

Κλείνουμε το άρθρο παραθέτοντας κάτι από τον Καρκαβίτσα: «Όταν διαβάζω τον Παπαδιαμάντη μια ιδέα μου έρχεται πάντα στο νου: Πως ο αληθινός ποιητής, όπως κι’ αν την εύρη τη ζωή, πάντα ποιητής θα μείνη. Να τος αυτός. Όλα γύρω του άθλια και λερωμένα. Και όμως καθετί που θα γεννήση η ψυχή του είνε γεμάτο αγνότη και λαμπρότη και ποίηση. Όπως κι’ από κάτι γλάστρες πήλινες βλέπουμε να πετιέται το αγνόλευκο το κρίνο».

 


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

About Me Σοφία Τατίδου - Φιλόλογος και Υποψήφια Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών (ΑΠΘ). Ερευνητικά ενδιαφέροντα: γλώσσα, πολιτική και εξουσία, κοινωνική ιστορία και κινήματα. Mπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου μέσω της παρακάτω φόρμας, τοποθετώντας τα στοιχεία σας. Τα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.

Φόρμα επικοινωνίας:

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *